Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2016




Αυτοί που μένουν γι’ αυτούς που φεύγουν

Romfea.gr. Παρασκευή, 09 Οκτώβριος 2015

Μνήμη Μιχαήλ Ε. Μιχαηλίδη

Ο Μιχαήλ Ε. Μιχαηλίδης, ο θεολόγος της καρδιάς, ο δάσκαλος, ο συγγραφέας, ο αγωνιστής της ΕΟΚΑ δεν είναι πια ανάμεσά μας.

«Έπαιξε τον ρόλο τον δικό του
- το ρόλο του ξένου και του προσωρινού -
και, αφού έμεινε εδώ
καιρό αρκετό για σένα και για μας,
θυμήθηκε το καράβι,
που μέσα του είχε αράξει. (Διονύσιος Σέρρας: Σ’ έναν ξένο)

Άνοιξε πανιά και σάλπαρε για κόσμους μακρινούς, άγνωστους, υπερβατικούς: «Ένθα απέδρα πάσα οδύνη, λύπη και στεναγμός».

Τελείωσε τη μεγάλη του ζωή, αφήνοντας, αν η απώλεια είναι συνάρτηση της προσφοράς, ένα τεράστιο δυσαναπλήρωτο κενό, που, δύσκολα μπορεί να πληρωθεί, στην άνυδρη και στενόκαρδη εποχή μας. Δύσκολα θα συναντήσει κανείς άνθρωπο με τη δροσιά της ψυχής του Μιχαλάκη Ε. Μιχαηλίδη ούτε την καρδιά του, που είχε θέση, όχι μόνο για μας, που υπήρξαμε μαθητές του, αλλά και για τον κόσμο ολόκληρο.

Το πέρασμα του από τον κόσμο αυτό ήταν δημιουργικό και, συνάμα, διακριτικό. Η θύμησή μας πάει στα παιδικά και εφηβικά μας χρόνια, όταν, καθηγητής και κατηχητής, μας εμψύχωνε κάθε φορά που δειλιάζαμε και μας άνοιγε δρόμους, μας έδινε κέφι, ως συνοδός, στις κατασκηνώσεις, συνοδεύοντας τη βραδινή μας διασκέδαση με το ακορντεόν του.

Πάντα οι θύμησες πονούν … Με τι ενθουσιασμό και πάθος, αλήθεια, μας δίδασκε! … Ο άνθρωπος, έλεγε, είναι πλασμένος για τα ωραία και τα μεγάλα και τα αληθινά, για να «θρώσκει άνω», είναι πλασμένος για να υψωθεί … Στη ζωή και στο κάλλος έβλεπε την παντοδυναμία του Δημιουργού και θεωρούσε τον θάνατο αφετηρία μιας άλλης αιώνιας ζωής. Ο άνθρωπος, επαναλάμβανε, πρέπει να συνέχεται από τη μνήμη του Θεού και από αυτή του θανάτου και, μάλιστα, ανέφερε, συχνά, το memento mori, (θυμήσου ότι είσαι θνητός), σ’ έναν εσχατολογικό χαιρετισμό, με τον οποίο, σύμφωνα με την Εκκλησιαστική Ιστορία, οι μοναχοί ενός μοναστηριού της Δύσης χαιρετιόνταν.

Η πιο βαθιά διείσδυση στο φυσικό είναι Ο Θάνατος. «Η τέλεια σύνταξη στην πέτρα και στον αιθέρα», (Οδ. Ελύτης: Έξι και μία Τύψεις για τον Ουρανό, Λακωνικόν, Ίκαρος, Αθήνα 1985), που, οπωσδήποτε δεν είναι τέρμα ή σκοτάδι, αλλά πορεία προς το φως, που αρχίζει, αφού αναχωρήσει κανείς από τα «Δυτικά της Λύπης» (Οδ. Ελύτης: Δυτικά της Λύπης).

Ο Μιχαλάκης Ε. Μιχαηλίδης δίδασκε με πνεύμα νηφάλιο, με πνευματική εγρήγορση αλλά και με τη στάση του, τη ζεστή ανθρώπινη συμπεριφορά του, την αγάπη, τη σεμνότητα, την αρετή. Υπήρξε ένας άνθρωπος πράος και καλοκάγαθος, με απέραντη καλοσύνη, τρυφερότητα και, σπάνια, για την εποχή μας, ευγένεια, ένας άνθρωπος πρόθυμος να συμπάσχει με σένα και να προσφέρει αξίες που διακρίναμε σ’ όλες τις εκφάνσεις της ζωής του, η οποία ήταν, διακριτικά, φωτισμένη, από την αίσθηση ότι αυτός επιτελούσε, «κατά δύναμιν», το έργο στο οποίο τον κάλεσε ο Κύριος να υπηρετήσει.

Ζωντανό κύτταρο της πνευματικής ζωής, σαφής και σοφός πρόσφερε αφειδώλευτα, αυτή του τη σοφία όχι μόνο σ’ εμάς, που υπήρξαμε μαθητές του αλλά και σ’ ένα ευρύτερο κοινό, με τα συγγράμματά του, τις διαλέξεις του, τα άρθρα του σε περιοδικά θεολογικού και χριστιανικού προσανατολισμού.

Θεωρούσε ορόσημο στην ιστορία της ανθρωπότητας, σημείο αναφοράς, την εκλογή των Δώδεκα Αποστόλων, γιατί, όλοι μαζί έγιναν θεόπνευστο και θεοκίνητο έργο της διάδοσης και επέκτασης της πνευματικής βασιλείας του Χριστού.

Όλοι εμείς, που, σε μια κρίσιμη περίοδο της ζωής μας, έφηβοι βρεθήκαμε κοντά του, τον νιώθαμε και θα τον νιώθουμε πάντα, σαν έναν πολύτιμο και ανεκτίμητο φίλο, με αγάπη για όλους, με ανοικτό μυαλό, με ψύχραιμη κρίση, έναν φίλο, που ποτέ δεν μας είχε στεναχωρήσει! … Η μέρα της αποδειμίας του ήταν και είναι η πρώτη και τελευταία φορά που λύπησε άνθρωπο! …

Από σεβασμό στη μνήμη του, θα ήθελα να αναφερθώ στον ρόλο που έπαιξε, στη μετέπειτα προσωπική μου ζωή, η ακτινοβολία της παρουσίας του, η πολυσχιδής προσωπικότητά του, ο τρόπος που προσέγγιζε και μιλούσε στην εφηβική μου ψυχή, αλλά και στις ψυχές των συνομηλίκων μου, με τη διορατικότητα, με την οποία τον είχε προικίσει η θεία χάρη · τόσο που μπορούσε να διεισδύει, διαισθητικά, στις μύχιες σκέψεις μας και να καταλαβαίνει τα πιο κρυφά βάθη της σκέψης μας …

Ήταν, τότε, η ταραγμένη δεκαετία του ’60, στην πόλη της Λεμεσού. Καθηγητής εκείνος, Κατηχητής μας και Ομαδάρχης μας, στην ομάδα των «Χαρούμενων Αγωνιστών», μας γοήτευε με τον παλμό των σκέψεών του και με τις πρωτοποριακές μεθόδους διδασκαλίας και την άρτια παιδαγωγική του κατάρτιση, με το πάθος του για τη διδασκαλία του Χριστού, μας μεταλαμπάδευε, αβίαστε, τις γνώσεις του.

Φωτεινό παράδειγμα ήθους, επιμονής και υπομονής, υπόδειγμα επιστήμονα και ανθρώπου, ο οποίος αφιέρωσε τη ζωή του στη γνώση, βασισμένη παράλληλα πάνω σε πανανθρώπινες αξίες και αναλλοίωτα ιδανικά. Ήταν ο πνευματικός μας καθοδηγητής, ο πνευματικός μας πατέρας, ο οποίος αγωνιούσε και φρόντιζε, αδιάκοπα, για την «κατά Χριστόν» προκοπή μας. Αυτό που πάσχιζε να διευρύνει τους πνευματικούς μας ορίζοντες, ανοίγοντάς μας καινούριους δρόμους. Αυστηρός αλλά και ενθουσιώδης στη διδασκαλία του, μας βοήθησε να αποκτήσουμε ζωντανή πίστη και σταθερή πνευματική πορεία στη ζωή, την οποία ζούσε ο ίδιος. Ακούραστος συμπαραστάτης μας, αλλά και έμπειρος και διακριτικός χειραγωγός, μιλούσε με το παράδειγμά του. Αληθινός πνευματικός πατέρας.

Και μετά την αποφοίτησή μας από το Γυμνάσιο, δεν έπαυε να ενδιαφέρεται για την πνευματική μας πορεία και να χαίρεται, μαζί μας, για τις επιτυχίες μας. Ακόμη ηχεί στ’ αυτιά μου η χαρά και το κρυστάλλινο γέλιο του και η συγκίνηση της φωνής του, όταν μου τηλεφώνησε για να μου ευχηθεί για τη χειροτονία μου ως Επίσκοπος. Με τον μεστό, άδολο λόγο του, μου έδωσε να καταλάβω ότι ένιωθε δικαιωμένος, γιατί κι εκείνος, με τις προσπάθειές του, με τη σωστή καθοδήγηση, συνέβαλε, έστω και λίγο, όπως, ταπεινά, έλεγε, στην εξέλιξή μου.

Οι δρόμοι μας χώρισαν, εκείνος, τη δεκαετία του 1970 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, εγώ στην Αφρική. Όμως ποτέ δεν ξεχαστήκαμε. Συχνά, μου τηλεφωνούσε και οι συζητήσεις μας δεν είχαν τελειωμό. Μου έγραφε και του έγραφα, πάντοτε μου ήταν πολύτιμος φίλος. Μου μιλούσε και απευθυνόταν με σεβασμό, με δέος θα έλεγα, λες και ήταν εκείνος ο μαθητής κι εγώ ο Δάσκαλος.

Ο Μιχαλάκης Ε.. Μιχαηλίδης, από τις 25.6.2015 δεν βρίσκεται πια κοντά μας, μια που:

« Χρηστηριασαμένου αυτού τι πράττων άριστα βιώσεται,
αποκρίνασθαι τον Θεόν, ει συγχρωτίζοιτο τοις νεκροίς».

Έτσι, μια που τον κάλεσε ο Θεός κοντά Του, ξεκίνησε το τελευταίο του ταξίδι, πήγε να δει από κοντά την Ειρήνη του, την πατρική του οικογένεια, τους φίλους, που κοιμήθηκαν, τους συμπατριώτες του και τους συναγωνιστές του… Όλοι αυτοί τον περίμεναν.

Όταν οι άνθρωποι αποχωρίζονται, οι στιγμές των συγκινήσεων είναι συγκλονιστικές, όμως, όταν με τον άνθρωπο, που φεύγει, για πάντα, μας συνδέουν κοινές προσπάθειες και κοινές επιδιώξεις, τότε, η συγκίνηση γίνεται οδύνη · αυτή, ακριβώς, η οδύνη με συνέχει, από τη στιγμή που έφτασε η είδηση της προς Κύριον αποδημίας του.

Προσεύχομαι, υποκλίνομαι και ρίχνω χώμα, στο νιόσκαφτο τάφο του, ελάχιστο δείγμα ευγνωμοσύνης για τα όσα εφόδια μου πρόσφερε, πολύτιμα και διαχρονικά και μέχρι έσχατη μου πνοή στο ιερό θυσιαστήριο θα ικετεύω τον Κύριο για την αθάνατη ψυχή του.

Άνθρωποι σαν τον Μιχαλάκη Ε. Μιχαηλίδη μένουν στη θύμησή μας. Ο Μιχ. Μιχαηλίδης ζει και θα εξακολουθήσει να ζει μέσα μας, πλάι μας και θα νιώθουμε συνεχώς την παρουσία του, ενόσω αναπνέουμε, κοντά μας!


Η σκιά ενός μεγάλου Δασκάλου …
Η μεγάλη σκιά του Μιχ. Μιχαηλίδη.


Ο Κένυας Μακάριος



Ο Μεσογαίας Νικόλαος για το Σύμφωνο Συμβίωσης
18.12.2015
Για άλλη μια φορά, λίγες μέρες πριν από τα Χριστούγεννα, μάλιστα με την μορφή του κατεπείγοντος, επιχειρείται η ψήφιση ενός νομοσχεδίου παντελώς ξένου προς τα επικρατούντα ήθη, εντελώς ασυμβίβαστου προς την κοινή λογική, ιδιαίτερα προκλητικού για τον θεσμό της οικογένειας και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Ο σεβασμός στον κάθε άνθρωπο και τα βασικά δικαιώματά του είναι οφειλή των δημοκρατικών και πολιτισμένων κοινωνιών. Η συμπάθεια σε όποιον δυστυχεί μέσα στην ασάφεια της ταυτότητας του φύλου του είναι ουσιώδης έκφραση της γνήσιας εκκλησιαστικής αγάπης και αντίληψης.
Κάθε όμως προσπάθεια νομιμοποίησης ή πολύ περισσότερο θεσμοθέτησης αντίθετων με την φύση επιλογών που προσβάλλουν την ανθρώπινη οντολογία, που υποτάσσουν εγωιστικά την ιερότητα της αναπαραγωγής στην ηδονική παθολογία των σεξουαλικών ορμών, και τα απαράγραπτα χρηστά ήθη στον αλόγιστο εγωισμό των ανθρώπινων δικαιωμάτων αποτελεί αθέμιτη παρανομία που εκδικείται τον άνθρωπο και καταλύει την κοινωνία.
Ελπίζουμε ότι αυτοί που είναι εντεταλμένοι να νομοθετούν και να εκφράζουν το λαϊκό αίσθημα θα ακούσουν την υπαρξιακή ανάσα του λαού που τους έδωσε την ψήφο του και δεν θα προσβάλουν το τίμιο κομμάτι του ασεβώντας στην αξιοπρέπειά του και τα χρηστά ήθη. Καμία κομματική πειθαρχία δεν επιτρέπεται να πνίξει την τίμια βουλευτική συνείδηση. Καμία Ευρωπαϊκή οδηγία δεν μπορεί βίαια να ασελγήσει στο ιερό σώμα της παράδοσης και της ιστορίας μας. Κανένα Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων δεν μπορεί να τιμωρήσει τη λογική, το ήθος, τον αυτοσεβασμό και την οικογενειακή ιερότητα.
Όταν η προσωπική δυστυχία από ανομία γίνεται απαιτητικό δικαίωμα, στη συνέχεια εξελίσσεται σε πανίσχυρο lobby, έπειτα σε παγκόσμια μόδα και καταλήγει σε διεθνή νομιμοποίηση και θεσμοθέτηση, τότε η πραγματική απειλή δεν είναι το ψέμα της λεγόμενης «ομοφοβίας», αλλά το παραλήρημα της άκριτης ομομανίας.
Ίσως μια ποιμαντική διαχείρισης της ιερής παρακαταθήκης του φύλου να αποτελούσε την δύσκολη αλλά ευλογημένη εναλλακτική πρόταση στην επιχειρούμενη νομική θεσμοθέτηση. Η Εκκλησία έχει πολλούς λόγους να καταδικάζει την εκτροπή, έχει όμως πολύ περισσότερους και πλούσια διδασκαλία για να αγκαλιάζει τους ανθρώπους και να την μετατρέπει σε θεραπευτική επιστροφή. Ίσως και η πολιτεία να έχει τους δικούς της λόγους να νομιμοποιεί την εκτροπή, έχει όμως πολύ περισσότερους για να την αποτρέψει.
Ίσως πάλι να είναι καιρός να αποσυρθεί το σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης και από τα ετερόφυλα ζευγάρια. Από εκεί άρχισε το κακό. Όσο για τα ομόφυλα άτομα, ο δρόμος είναι ένας∙ για όλους η υπομονή και για κάποιους η μετάνοια. Η δε κοινωνία μας, για να μπορέσει να αυτοσυντηρηθεί, χρειάζεται ταπεινή στροφή στον Θεό, πίστη, τόλμη και σοφία και λίγη εξυπνάδα...

Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2014

Η γενιά του ναρκισσισμού
  Αστερόπη Λαζαρίδου

Η ιστορία του Νάρκισσου, με τις διάφορες εκδοχές της, είναι μία από τις δημοφιλέστερες της μυθολογίας. Ο νέος από τη Βοιωτία, θαμπωμένος από την ομορφιά του που καθρεφτίζεται στο νερό, πεθαίνει από μαρασμό εξαιτίας του ανικανοποίητου έρωτα προς τον ίδιο του τον εαυτό. Ο ναρκισσισμός, η εμμονική αυταρέσκεια που μπορεί να καταλήξει σε πάθηση, δεν είναι κάτι καινούργιο. Υπάρχει από τότε που ο άνθρωπος πρωτοσυνάντησε το είδωλό του. Σήμερα, όμως, που ο καθένας ανεβάζει δεκάδες είδωλά του χάρη στην κατάρα και ευλογία των social media, ο ναρκισσισμός, εκτός από υπαρκτός, είναι και ψηφιακός. Οι διαταραχές που προκαλούνται από τη μανία της εξαντλητικής αυτοφωτογράφισης και της online υπερέκθεσης απασχολεί όλο και πιο συχνά τα ψυχιατρικά συνέδρια, με τους ειδικούς να επιμένουν ότι η υπέρμετρη προσήλωση στο «εγώ και ο εαυτός μου», εκτός από γραφική, σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να αποδειχθεί και επικίνδυνη.

Εγώ, εγώ, εγώ
Η λέξη «selfie», όπως ορίζεται η σύγχρονη αυτοπροσωπογραφία που βγάζει κάποιος με το κινητό του και κατόπιν την ανεβάζει στο Facebook και σε άλλα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, επιλέχθηκε ως «Λέξη της χρονιάς» για το 2013 από το Βρετανικό Λεξικό της Οξφόρδης. Παράλληλα, οι νέοι κανονισμοί του περίφημου επιτραπέζιου παιχνιδιού Scrabble τη δέχονται πλέον ως σωστή και οι παίκτες κερδίζουν πόντους όταν τη σχηματίζουν. Μία λέξη ισοδυναμεί πλέον με χίλιες εικόνες. Πόσα αντίγραφα του εαυτού σου μπορείς να βγάλεις ώσπου να τον ερωτευθείς παράφορα ή να μην αντέχεις άλλο να τον βλέπεις; Η απόσταση από το ένα στάδιο στο άλλο δεν είναι τόσο μακριά όσο νομίζουμε.

Νάρκισσοι υπήρχαν πάντα. Από την αρχαιότητα ως σήμερα. Η διαφορά είναι ότι έχουν πλέον πολλά εργαλεία στα χέρια τους: Facebook, Pinterest, Twitter, Foursquare, Instagram. Οι έρευνες μαρτυρούν ότι τα επίπεδα του ναρκισσισμού είναι πολύ υψηλότερα σε σύγκριση με τις περασμένες γενιές και δεκαετίες και όλο και περισσότερα τεστ γίνονται για να μετρηθεί η στάθμη της επικίνδυνης εγωμανίας σε άνδρες και γυναίκες. Και όπως αποκαλύπτουν αμερικανοί ψυχολόγοι, τα προφίλ των χρηστών του Facebook είναι ο πιο έγκυρος τρόπος για να επαληθεύσουν αν οι ερωτηθέντες είπαν την αλήθεια ή όχι.

«Παρακολουθώ και θαυμάζω τη δουλειά σου μέσω Facebook εδώ και αρκετό καιρό. Οι φωτογραφίες που βγάζεις είναι εκπληκτικής αισθητικής. Παίρνω, λοιπόν, το θάρρος να σου ζητήσω μια χάρη. Εδώ και λίγο καιρό χώρισα με τον φίλο μου, αλλά τον θέλω πίσω. Και σκέφτηκα ότι ο μόνος τρόπος να τον ξανακερδίσω είναι να του τραβήξω την προσοχή μέσα από φωτογραφίες που θα μου βγάλεις εσύ. Θέλω να με αναδείξεις, να γίνω μια από τις ηρωίδες σου, να με κάνεις να θυμίζω σταρ του σινεμά»: αυτό το μήνυμα βρήκε στην προσωπική της «αλληλογραφία» στο Facebook φίλη φωτογράφος και σκηνοθέτις. Μια άγνωστη γυναίκα σε ερωτική απελπισία τής ζητούσε να τη μεταμορφώσει σε κάτι που δεν είναι, προκειμένου να θαμπώσει και να ξανακερδίσει την καρδιά του πρώην της. Το νερό της λίμνης όπου άλλοτε πνίγηκε ο Νάρκισσος έχει δώσει τη θέση του στο γυαλί της οθόνης, που είναι εξίσου θολό και παραπλανητικό.

Η εκδίκηση του κοινού θνητού
Ο ναρκισσισμός ξεσπά και εξαπλώνεται σαν επιδημία. Εχουμε να κάνουμε με την εκδίκηση του κοινού θνητού, του μέσου ανθρώπου, ο οποίος, ζηλεύοντας και χλευάζοντας επί χρόνια τη ζωή των σταρ, τώρα έχει βαλθεί να τους αντιγράψει μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια. Πάντα αποτελούσε είδηση το τι παρήγγειλε η Μαντόνα, ακόμη και η εγχώρια Μενεγάκη, σε ένα εστιατόριο. Ή τι φοράει όταν πηγαίνει για ψώνια. Ή πού έκανε διακοπές. Τώρα πια, βάζοντας σε δεύτερη μοίρα τα «επώνυμα» πρόσωπα, είμαστε εμείς οι παπαράτσι του εαυτού μας. Μας καταδιώκουμε, δεν μας αφήνουμε στιγμή σε ησυχία. Μας πιέζουμε να κάνουμε δηλώσεις για το πώς αισθανόμαστε, προτού καλά καλά φτάσουμε στον προορισμό μας: «ενθουσιασμένος στην περιοχή Φάληρο» / «ευλογημένη στη βάφτιση της κορούλας μου Μαρίας-Ηλέκτρας». Μας αιφνιδιάζουμε με αυθόρμητα snapshots που τραβάμε τον εαυτό μας μόλις ξυπνήσουμε ή λίγο προτού κοιμηθούμε, όταν τρώμε, αφού φάμε, όταν βγαίνουμε από τη θάλασσα, όταν φιλιόμαστε με το άλλο μας μισό.

Δίπλα στις χίλιες εικόνες, έρχονται να προστεθούν και οι ισάριθμες λέξεις - «πεινάω, διψάω, νυστάζω, θέλω παγωτό» - σαν προστάγματα κακομαθημένων πριγκιπόπουλων που έχουν εκατοντάδες αυλικούς, κι εκείνοι με τη σειρά τους, αντί να τσακιστούν για να τα ικανοποιήσουν, απλώς κάνουν «like». Και αυτό μοιάζει αρκετό. Αλλοι, πάλι, προτιμούν τη ρητορική, τις πολιτικές αναλύσεις. Το να εκθέτεις την άποψή σου σε μια πλατφόρμα όπως το Facebook είναι κάτι παραπάνω από θεμιτό, όταν όμως γράφεις ακατάπαυστα στα ψηφιακά fora κάνοντας τους πάντες να αναρωτιούνται πότε προλαβαίνεις να κάνεις οτιδήποτε άλλο (κάτι που συμβαίνει ακόμη και με συγκεκριμένους πολιτικούς, που δουλεύουν παρέα με το Τwitter τους), τότε έχουμε να κάνουμε με την άλλη όψη του ναρκισσιστικού νομίσματος. Με τη λαλίστατη λεζάντα κάτω από την εξίσου φλύαρη φωτογραφία.

Εμείς και οι «σημαντικοί άλλοι»
Η ψυχολόγος-ψυχοθεραπεύτρια Νάντια Τσιλιάκου εξηγεί: «Τα άτομα των οποίων η δομή της προσωπικότητας τους τούς επιβάλλει να αντλούν επιβεβαίωση από παράγοντες έξω από τον εαυτό τους ονομάζονται από τους ειδικούς ναρκισσιστικά. Ολοι μας νιώθουμε ευάλωτοι απέναντι στο ποιοι είμαστε, πόση αξία έχουμε, και προσπαθούμε να ζούμε με τέτοιο τρόπο ώστε να προκύπτουν θετικά συναισθήματα για τον εαυτό μας. Το συναίσθημα υπερηφάνειας και αποδοχής αυξάνεται όταν οι "σημαντικοί άλλοι" μάς αποδέχονται και "τραυματίζεται" όταν μας απορρίπτουν. Ορισμένοι βέβαια από εμάς ασχολούνται σε δυσανάλογο βαθμό με την εικόνα που προβάλλουν προς τα έξω, ακόμη και αν κάποιες φορές εξαπατούν τους άλλους. Με άλλα λόγια, στον νάρκισσο υπάρχει δυσκολία αυτοαποδοχής και δημιουργίας ουσιαστικών σχέσεων».

Και συμπληρώνει σχετικά με την online επιδημία: «Διανύοντας την εποχή των social media με την ευκολία προβολής του ιδανικότερου εαυτού μας μέσω αυτών, χωρίς απαραίτητα να απαιτείται να έχουμε ουσιαστική επαφή και σχέση με τους διαδικτυακούς "φίλους" μας, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για μια εμμονή προβολής που εύκολα τροφοδοτείται και αυξάνεται ανάλογα με την ποσότητα των "like" που θα πάρουμε π.χ. σε κάθε selfie φωτογραφία, ενισχύοντας έτσι θετικά τη χαμηλή αυτοπεποίθηση που κρύβει ο ναρκισσισμός μας. Την εξέλιξη τέτοιων συμπεριφορών δεν τη γνωρίζουμε ακόμη, ωστόσο αξίζει να τονιστεί ότι δεν αποτελεί έναν θεραπευτικό τρόπο ουσιαστικής βελτίωσης της αυτοπεποίθησης ενός ατόμου, αλλά προσωρινής εξιδανίκευσης, χωρίς όμως το γνήσιο συναίσθημα. Ποιες πρέπει να είναι οι άμυνές μας; Να επαναπροσδιορίσουμε τη σημαντικότητα των social media στην καθημερινή μας ζωή, να σκεφτούμε τις σχέσεις μας και το κομμάτι της κριτικής ως προς τον εαυτό μας και τους άλλους, να αγαπάμε χωρίς να εξιδανικεύουμε και να εκφράζουμε γνήσια συναισθήματα χωρίς να ντρεπόμαστε».

Γύρω από τη ναρκισσιστική φρενίτιδα έχει στηθεί μια ολόκληρη βιομηχανία βοηθημάτων - υπάρχουν ακόμη και μάνατζερ που σε βοηθούν να χτίσεις ιδανικά fan bases στο Facebook. Υπάρχουν ακόμη και πλασματικοί social media followers, σαν βαλτοί πελάτες στα νυχτομάγαζα, που λόγω κρίσης κάθονται στα πρώτα τραπέζια για να μη φαίνεται άδειο το κέντρο «διασκεδάσεως».

Ολο και πιο συχνά, οι ψυχοθεραπευόμενοι μιλούν στον ψυχοθεραπευτή τους για την εικονική και όχι για την πραγματική ζωή τους. Σύμφωνα με έρευνες, επτά στους δέκα χρήστες θα συνδεθούν - αν είχαν αποσυνδεθεί -
στο Facebook με το που θα ξυπνήσουν και προτού καν πάνε στην τουαλέτα. «Εγώ έχω το smartphone στο μαξιλάρι δίπλα μου και κοιμάμαι μαζί του σαν να είναι ο φίλος μου» μου είπε πρόσφατα μια φίλη. Ο φρενήρης διαγωνισμός δημοτικότητας μας γυρίζει πίσω στο βασανιστικό σκηνικό του σχολείου, όταν το μόνο που σε ένοιαζε ήταν αν φοράς τα καλύτερα αθλητικά παπούτσια σε όλο το προαύλιο. Αν η «φωτογραφία προφίλ» που μόλις ανέβασες δεν πήρε τα αναμενόμενα «like» μέσα στο πρώτο κρίσιμο πεντάλεπτο, καταφεύγεις σε σπασμωδικές κινήσεις, αλλάζοντας τη μία μετά την άλλη, όπως αλλάζεις μπλούζες μπροστά στον καθρέφτη όταν νιώθεις ότι τίποτα δεν σου πάει.

Ο ηλεκτρονικός πόνος της απόρριψης
Εκτός, λοιπόν, από τους δεκάδες λόγους που έχει κάποιος να νιώσει στενάχωρα στην καθημερινότητά του, έρχεται να προστεθεί και ένας ακόμη: η ιντερνετική απόρριψη. Ολο και περισσότεροι χρήστες του Διαδικτύου δηλώνουν ευθαρσώς σε ερωτηματολόγια ότι η διάθεσή τους εξαρτάται σε τεράστιο βαθμό από το πόσους σηκωμένους αντίχειρες θα βρουν κάτω από κάθε δημοσίευσή τους, ενώ το να τους διαγράψει κάποιος από φίλο είναι ικανό να τους καταρρακώσει.

Η selfie ως selfie δεν είναι καινούργια ανακάλυψη. Selfies βγάζαμε και στα 80s με μηχανές πολαρόιντ ή με Kodak fun μιας χρήσης. Το θέμα είναι ότι από τη στιγμή που θα δώσεις όνομα σε αυτό που κάνεις, η αθώα και αυθόρμητη φωτογραφία της στιγμής δεν είναι πια ούτε τόσο αθώα ούτε τόσο αυθόρμητη. Καταντάει μεγαλεπήβολο πρότζεκτ.

Φωτογραφίζουμε αδηφάγα τον εαυτό μας που παίρνει μπλαζέ ή φιλήδονες πόζες όπως οι Γιαπωνέζοι φωτογραφίζουν με μανία τη Μόνα Λίζα στο Λούβρο. Παράγουμε ασταμάτητα αυτοπροσωπογραφίες και τις εκθέτουμε σε εικονικές γκαλερί. Οπως στην τέχνη, όμως, έτσι και στη ζωή, όσο πιο πολλά είναι τα αντίτυπα που βγάζεις, τόσο μειώνεται η αξία του πρωτότυπου.

Το φλερτ με την αυτοκαταστροφή
Ο ναρκισσισμός σε ελεγχόμενες ποσότητες δεν βλάπτει. Σε υπερβολικές δόσεις, όμως, μπορεί να εξελιχθεί ακόμη και σε πάθηση. Ο πρώτος επίσημα καταγεγραμμένος Βρετανός με εθισμό στα selfies είναι ο 19χρονος Ντάνι Μπάουμαν, ο οποίος έδωσε και συνέντευξη στην εφημερίδα «Mirror». Το όνειρό του να τραβήξει την «τέλεια selfie» μετατράπηκε σε αρρωστημένη εμμονή, με τον ίδιο να φτάσει στο σημείο να παρατήσει το σχολείο, να χάσει 15 κιλά, να μη βγαίνει από το σπίτι επί έξι μήνες, τραβώντας κατά μέσο όρο εκατό φωτογραφίες του εαυτού του, επί δέκα ώρες την ημέρα.

Η μητέρα του τον βρήκε λιπόθυμο, όταν αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει παίρνοντας χάπια, επειδή δεν είχε καταφέρει να τραβήξει τη φωτογραφία των ονείρων του. Αργότερα, στο νοσοκομείο, η περίοδος απεξάρτησής του από το κινητό του διήρκεσε αρκετό καιρό, με τον ίδιο αρχικά να καταφέρνει να αντέχει χωρίς το τηλέφωνό του για 15 λεπτά, ενώ στη συνέχεια μισή και μία ώρα.

Μια κοινωνία σε πρώτο ενικό
Η συγκεκριμένη ιστορία σίγουρα δεν χαρακτηρίζει την πλειονότητα των χρηστών των social media, όσο εθισμένοι και αν είναι με την απαθανάτιση του ειδώλου τους. Ας ρίξουμε, όμως, μια ματιά στον έξω κόσμο. Ο τρόπος με τον οποίο συμπεριφερόμαστε εντός Διαδικτύου είναι πάνω-κάτω ο ίδιος με εκείνον όταν έχουμε βγει για να διασκεδάσουμε, να επικοινωνήσουμε, να ζήσουμε: ζευγάρια αμίλητα που θα βρουν σημείο επαφής μόνο όταν θα βγει το tablet πάνω στο τραπέζι της καφετέριας. Συντροφιές ολόκληρες που απαρτίζονται από πρόσωπα τα οποία φωταγωγούνται από τις οθόνες των smartphones, καθώς κομπάζουν στο Facebook πόσο καλά περνούν στο τάδε μπαρ. Η μοναξιά υπήρχε πάντα, απλώς τώρα κυκλοφορεί με πιο φαντεζί αξεσουάρ. Ο ναρκισσισμός, το χαϊδευτικό του ατομικισμού, αριθμεί πλέον στρατιές ατόμων μοναχικών και ολομόναχων: δεν θέλω να παντρευτώ ούτε και να συζήσω, τα λεφτά που βγάζω θέλω να τα τρώω όλα μόνος μου, να μη δίνω λογαριασμό σε κανέναν.

Μια κοινωνία σε πρώτο ενικό με τις φατσούλες emoticon ως μάσκες της σύγχρονης τραγωδίας ή κωμωδίας που βιώνει ο καθένας. Θέλουμε πολλά τετραγωνικά για τον εαυτό μας και πολλά πίξελ για το είδωλό μας. Παραπονιόμαστε ότι δεν υπάρχουν άνθρωποι που μας καταλαβαίνουν πραγματικά και, όταν τελικά βρεθούν, νιώθουμε ότι πνιγόμαστε όπως ο Νάρκισσος στο ρηχό νερό, σε μια ύστατη προσπάθεια να ζήσει για πάντα ερωτευμένος με τον εαυτό του.



*Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 21 Σεπτεμβρίου 2014

Κυριακή 28 Σεπτεμβρίου 2014

"​Πολιτικοί και δημοσιογράφοι, και όσοι άλλοι μιλάμε και γράφουμε όχι ιδιωτικά, στην παρέα μας, αλλά δημόσια, με δυνητικό κοινό το πανελλήνιο, θα ’πρεπε να ζυγίζουμε δύο και τρεις φορές τις λέξεις και τις φράσεις μας πριν τους επιτρέψουμε να περάσουν το έρκος των δοντιών μας και να βγουν στην αγορά. Και όχι μόνο για να αποφεύγουμε τους σολοικισμούς –από αμάθεια ή δοκησισοφία–, που βρίσκουν έπειτα μιμητές και διαιωνίζονται. Αλλά πρωτίστως επειδή η αγορά, με τις προσδοκίες και τις ανάγκες της, τον ενθουσιασμό ή την καχυποψία της, λειτουργεί σαν πολλαπλασιαστής βαρύτητας ή σαν συντελεστής διόγκωσης. Και δίνει στα λεγόμενά μας αξία που δεν την έχουν εκ των προτέρων και δεν την αντέχουν εκ των υστέρων".
Π. Μπουκάλας

Παρασκευή 18 Ιουλίου 2014

Δημοσιεύθηκε : Τετάρτη, 14 Μάιος 2014
www.antifono.gr  

Το 2004 ο Νικόλας Σεβαστάκης είχε συμπεριλάβει στην Κοινότοπη χώρα μια υποδειγματική κριτική του περιοδικού ΚΛΙΚ και τουλαϊφτάιλ ως έκφραση του νέου φαντασιακού της ελληνικής κοινωνίας και της πολιτισμικής ηγεμονίας των νέων αστικών μεσοστρωμάτων.[1]Δέκα χρόνια μετά, έχω την αίσθηση ότι ένας τέτοιος θεωρητικός προσανατολισμός δεν έχει ευδοκιμήσει ιδιαίτερα στο πλαίσιο της αριστερής κριτικής, που τείνει να υποτιμά το λαϊφστάιλ ως πεδίο συγκρότησης ταυτοτήτων, αξιών, ιδεολογιών και τρόπων ζωής. Εάν όμως όλη η «μεταμοντέρνα τσογλανιά» της δεκαετίας του 1990 (για να δανειστώ μια γλαφυρή έκφραση του Νίκου Ξυδάκη) συμπυκνώθηκε συμβολικά στο περιοδικό ΚΛΙΚ, στις μέρες μας μια ανάλογη λειτουργία φαίνεται να επιτελείται –σε σημαντικό βαθμό και τουλάχιστον στην περιοχή της πρωτεύουσας– μέσα από τα έντυπα του λεγόμενου freepress. Θα είχε ενδιαφέρον να δούμε από κοντά το ένα από τα δύο δημοφιλέστερα freepress, την εβδομαδιαία εφημερίδα AthensVoice (AV), το πρώτο έντυπο αυτού του είδους που εκδόθηκε στην Αθήνα και μάλλον το πιο εμβληματικό.
Ανατομία ενός τεύχους
Την ιδεολογική προμετωπίδα της εφημερίδας εκφράζει, στην πιο ξεκάθαρη μορφή της, ο εκδότης-διευθυντής Φώτης Γεωργελές. Επιλέγω στην τύχη το editorial ενός σχετικά πρόσφατου τεύχους (τχ. 473, 13-19 Μαρτίου 2014). Εκεί ο Φ. Γεωργελές επιδίδεται για νιοστή φορά στην υπεράσπιση του μνημονιακού καθεστώτος, τόσο υπό τη μορφή του σημερινού κυβερνητικού σχηματισμού όσο και με τη φουκωική έννοια, ως το μοναδικό καθεστώς αλήθειας. Όσοι αντιτίθενται σ’ αυτό απαξιώνονται ως «ψεκασμένοι αντιμνημονιακοί», «πολιτοφυλακές του Μαδούρο» ή, γενικότερα, οπισθοδρομικοί που έχουν καθηλωθεί σ’ έναν «παιδισμό». Οι αιτίες της άρνησης αυτής είναι σαφείς και ψυχολογικού χαρακτήρα: «Θυματοποίηση, μιζεραμπιλισμός, άρνηση της πραγματικότητας, ναρκισσισμός». Επιστρατεύονται μάλιστα τα δύο γνωστά μοτίβα που αντιτείνει συνολικά ο κυρίαρχος λόγος σήμερα απέναντι σε οποιαδήποτε κριτική: «συνωμοσιολογία» και «λαϊκισμός». Η αφ’ υψηλού και νεο-οριενταλιστική οπτική απέναντι στις λαϊκές διεκδικήσεις, η οποία αυτο-επαινείται ως «προοδευτική», παίρνει κάποια στιγμή απροκάλυπτα κυνική μορφή: «Τι θυσίες ακριβώς κάνει ο ελληνικός λαός; Θυσίες θα έκανε αν του ζητούσαν να δίνει το 10% των εθνικών μας εσόδων για τα παιδάκια του Νίγηρα που πεινάνε».

Λίγες σελίδες παρακάτω, ο Ανδρέας Παππάς, γράφοντας για την κρίση στην Ουκρανία, κάνει μια ολομέτωπη επίθεση σε όσους δεν ταυτίζονται πλήρως με τις αμερικανικές θέσεις στο ζήτημα αυτό, κατατάσσοντάς τους στον ιθαγενή φιλορωσικό συνασπισμό, ο οποίος περιλαμβάνει ένα πολιτικό φάσμα που ξεκινά από ΚΚΕ και Λαφαζάνη και φθάνει έως την ακροδεξιά.Anchor Στο επόμενο άρθρο του Κώστα Γιαννακίδη, επαγγελματικού συνεργάτη του Σταύρου Θεοδωράκη, επιχειρείται η ερμηνεία της απόφασης του τελευταίου να αγωνιστεί στον πολιτικό στίβο. Εδώ πάλι έχουμε την αποθέωση της ψυχολογίστικης και ατομικιστικής εξήγησης, καθώς και την ευόδωση του αμερικάνικου ονείρου στην εντόπια εκδοχή του: «Ο Θεοδωράκης, ένα φτωχόπαιδο, χωρίς ακαδημαϊκή μόρφωση, από την Αγία Βαρβάρα, είδε να του βγαίνουν όλα όσα δοκίμασε. Και στα 50, με λυμένα όλα του τα προβλήματα, είπε να μετατρέψει τον πολιτικό του προβληματισμό σε πράξη». Στην προηγούμενη σελίδα η Σώτη Τριανταφύλλου είχε κατορθώσει να στριμώξει –με αξιοθαύμαστο, είναι αλήθεια, τρόπο– μέσα σε ένα μονάχα άρθρο σωρεία κατηγοριών εναντίον της Αριστεράς: «ηθικολογία» «πουριτανισμό», «κομφορμισμό», «δαιμονολογία» και πολλές άλλες αμαρτίες.

Σ’ ό,τι αφορά την υπόλοιπη εφημερίδα, πέρα από την παρουσίαση καλλιτεχνικών γεγονότων και συνεντεύξεων, ένα δισέλιδο είναι αφιερωμένο στο αρχιτεκτονικό συμπόσιο TheAthensMinutes. Εδώ εξαίρεται ο ρόλος που παίζουν τα ιδιωτικά ιδρύματα, ιδιαίτερα το ΔΕΣΤΕ (του χορηγού Δάκη Ιωάννου), αναφορικά με τη σύνδεση ανάμεσα στην αρχιτεκτονική, την τέχνη και τα μουσεία. Στο τεύχος περιλαμβάνεται κι ένα πολυσέλιδο αφιέρωμα στο Κολωνάκι, όπου κυριαρχεί η παρουσίαση καταστημάτων, εστιατορίων και καφέ, χωρίς κάποιο μέλημα για μια κοινωνικοϊστορική ματιά στην περιοχή.

Δεν χρειάζεται ενδελεχής σχολιασμός για να αντιληφθεί κανείς ότι όλες οι θεματικές του νεοφιλελευθερισμού, τόσο ως κοινωνικοοικονομικού συστήματος όσο και ως αξιακού προτύπου, βρίσκονται συγκεντρωμένες εδώ πέρα. Παρ’ όλη μάλιστα τη διαρκή επίκληση ενός «φιλελευθερισμού» εκ μέρους της εφημερίδας, δεν υπάρχει ούτε ένα άρθρο στο τεύχος, το οποίο –ακόμη και εν είδει άλλοθι– θα εξέφραζε μια διαφορετική ιδεολογική τοποθέτηση. Το συγκεκριμένο τεύχος μπορεί να επιλέχθηκε τυχαία, αλλά για όσους παρακολουθούν συστηματικά τα τελευταία χρόνια την AV, είναι απολύτως αντιπροσωπευτικό του ιδεολογικού της προσανατολισμού.

Ο προσανατολισμός αυτός δεν θα αποτελούσε πρόβλημα εάν η AV αυτοπαρουσιαζόταν ως ένα ακόμη έντυπο του συντηρητικού πολιτικού χώρου. Στην περίπτωση αυτή θα μπορούσε κάποιος να της ασκήσει κριτική σε επιμέρους σημεία, όχι όμως στον κεντρικό της ιδεολογικό πυρήνα. Μια τέτοιου τύπου κριτική, για παράδειγμα, έχει ασκηθεί στην πάλαι ποτέ ναυαρχίδα του αστικού Τύπου Καθημερινή για την επικίνδυνη χρήση της «θεωρίας των δύο άκρων» — στην αγωνιώδη προσπάθεια του ομίλου Αλαφούζου να στηρίξει το μνημονιακό καθεστώς απέναντι στην «παλαβή Αριστερά» του ΣΥΡΙΖΑ. Το πρόβλημα, ωστόσο, με την AV είναι ότι επιδιώκει τους ίδιους στόχους μέσα από την αυτοπαρουσίασή της ως ενός, υποτίθεται, προοδευτικού, εναλλακτικού και cool εντύπου που, σε σημαντικό βαθμό, απευθύνεται σε νέους ανθρώπους.

Το τελευταίο σημείο περιπλέκει αρκετά τα πράγματα. Κι εδώ ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας. Όσοι έχουν κάποια σχέση με την εκπαιδευτική διαδικασία μέσα στις πανεπιστημιακές σχολές, ιδιαίτερα εκείνες των θεωρητικών επιστημών, έρχονται καθημερινά αντιμέτωποι με τον εντυπωσιακό πολιτικό αναλφαβητισμό που χαρακτηρίζει μεγάλο τμήμα του νεανικού πληθυσμού, το οποίο αδυνατεί τις περισσότερες φορές να διαβάσει πίσω από τα επιφαινόμενα ή/και αδιαφορεί για τις κοινωνικο-πολιτικές εξελίξεις.

Οι νέοι και ο «αριστερός μιζεραμπιλισμός»
Ένα-δυο πρόσφατα παραδείγματα μονάχα, μέσα από την προσωπική μου εμπειρία. Πολλοί φοιτητές και φοιτήτριες δεν είναι σε θέση να αξιολογήσουν το νεοσύστατο «Ποτάμι» με πολιτικο-ιδεολογικούς όρους, με αποτέλεσμα να παίρνουν ως δεδομένη τη μεταπολιτική ρητορική του Ποταμάρχη, που υποτίθεται ότι κινείται «πέρα από τις διαχωριστικές γραμμές Αριστεράς/Δεξιάς». Ή ακόμη, ο πρόσφατος πνιγμός των μεταναστών στο Φαρμακονήσι δεν αποτελεί, φοβάμαι, καν θέμα που τραβά το ενδιαφέρον των περισσότερων νέων ανθρώπων. Κι αυτό όχι επειδή οι τελευταίοι έχουν απολέσει, πιστεύω, την ικανότητά τους να συμπονούν τις ψυχές των απελπισμένων που καταλήγουν στο βυθό της Μεσογείου, αλλά επειδή στα μάτια τους αποτελεί ένα «μίζερο» ζήτημα. Με τον ίδιο τρόπο που όλα εκείνα για τα οποία μιλά καθημερινά η Αριστερά (τη φτώχεια, τις απολύσεις, την απαξίωση των κοινοβουλευτικών θεσμών, τη συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους, τον εντεινόμενο αυταρχισμό, τη βία απέναντι στους μετανάστες κ.λπ.) φαντάζουν ως ένδειξη κι απόδειξη μαζί της «αριστερής γκρίνιας» που «δεν βρίσκει τίποτα θετικό» σε όσα συμβαίνουν γύρω μας. Πρόκειται για εκείνο τον «μιζεραμπιλισμό» για τον οποίο οδύρεται κάθε Πέμπτη ο κ. Γεωργελές. Είναι χαρακτηριστικό μάλιστα ότι πολλοί φοιτητές δείχνουν να θεωρούν «πιο βαριά» εφημερίδα το αντίπαλο δέον της AV, τη LIFO, η οποία εδώ και καιρό έχει τραβήξει προς την αντίθετη ιδεολογική κατεύθυνση, δίνοντας επιπλέον μεγαλύτερο βάρος σε κοινωνικοπολιτικές αναλύσεις. Ας συνυπολογίσουμε εδώ τις επιδράσεις που έχει δεχθεί αυτή η γενιά από την ιδιωτική τηλεόραση, καθώς και τη σημασία που παίζει στη συγκρότηση της ταυτότητάς της η κουλτούρα της κατανάλωσης.

Τα ιδιαιτέρως δημοφιλή στους νέους ανθρώπους έντυπα του freepress φαίνεται να παίζουν σημαντικό ρόλο στην εμπέδωση ενός τέτοιου ήθους απέναντι στα κοινωνικά πράγματα. Ωστόσο, η ρητά εκπεφρασμένη ιδεολογία τους είναι ένα μέρος μόνο του ζητήματος. Ίσως πιο σημαντικός είναι ο τρόπος με τον οποίο επιλέγονται και προβάλλονται μια σειρά θεματικές που έχουν να κάνουν με την τέχνη, την ψυχαγωγία, αλλά και τα καταναλωτικά προϊόντα. Στην περίπτωση αυτή, η μεταμοντέρνα έμφαση στο ύφος δεν είναι κάτι που αφήνει ανέγγιχτες τις αντιλήψεις για τα καθαυτό κοινωνικοπολιτικά ζητήματα. Η προώθηση μιας επιδερμικής κουλτούρας τουφαίνεσθαι, είτε στη mainstream λαμπερή εκδοχή της είτε στη χίπστερ «εναλλακτική» απο-ιδεολογικοποιημένη μορφή της, συμβάλλει σε σημαντικό βαθμό στην κατασκευή μιας αντίληψης που καταλήγει να αντιμετωπίζει ως «μίζερα» όλα εκείνα τα ζητήματα που αφορούν στην οργάνωση του συλλογικού μας βίου.

Κι ας μην μας ξεγελά η φαινομενική μείωση του ειδικού βάρους που έχει το λαϊφστάιλ σήμερα εξαιτίας της οικονομικής συγκυρίας. Όπως μας δείχνει η σύγχρονη κοινωνική και πολιτική θεωρία, η αθέατη βιοπολιτική κυριαρχία που ασκείται διαμέσου του καταναλωτισμού βασίζεται στη διαδικασία μέσω της οποίας το καταναλωτικό προϊόν καθίσταται πλέον αντικείμενο συναισθηματικής επένδυσης κι επιθυμίας, εισερχόμενο σε ένα φαντασιωτικό πλαίσιο που διασφαλίζει την προσκόλληση των υποκειμένων στην ταυτότητα του καταναλωτή.[2] Επιπλέον, δύσκολα μπορούν να θεωρηθούν ως αδιάβροχες σφαίρες η ιδιωτική κατανάλωση και η δημόσια πολιτική, στον βαθμό που αυτές αλληλοδιαπλέκονται, παράγοντας τον «ενοποιημένο καταναλωτή/πολίτη/ψηφοφόρο».[3] Η σημαντική απήχηση ενός μεταπολιτικού μορφώματος όπως το Ποτάμι, που πλασάρεται στην πολιτική αγορά με όρους τηλεοπτικού προϊόντος, εντάσσεται άμεσα στο πλαίσιο μιας τέτοιας διαδικασίας.

Το λαϊφστάιλ δεν είναι αδιάφορο για την Αριστερά
Κατά την άποψή μου λοιπόν, το λαϊφστάιλ θα έπρεπε να αποτελέσει σοβαρότερο μέλημα μιας αριστερής κριτικής ενασχόλησης, και μάλιστα όχι μονάχα ως πεδίο εφαρμογής των εργαλείων της σύγχρονης θεωρίας. Έχω εδώ κατά νου τις ενδιαφέρουσες ιδέες που είχε αναπτύξει ο Ανδρέας Καρίτζης σε ένα παλαιότερο άρθρο του στα Ενθέματα, αναφορικά με την ανεπάρκεια της ορθολογικής επιχειρηματολογίας, την οποία κατά κανόνα χρησιμοποιεί ο αριστερός λόγος για να αντιμετωπίσει τη δημοτικότητα της Χρυσής Αυγής. Όπως εξηγούσε, δίπλα σε μια τέτοιου τύπου επιχειρηματολογία, δεν θα έπρεπε να φοβηθούμε την προσπάθεια εμπέδωσης μιας ευρείας νεολαιίστικης αντιφασιστικής κουλτούρας, στην οποία ο αντιφασισμός θα γινόταν ακόμη και «μόδα».[4] Τέτοιο παράδειγμα, κατά τη γνώμη μου, αποτελεί το ετήσιο Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ, το οποίο, αν και οι αριστερές ομάδες πρωτοστατούν στην οργάνωσή του, συγκεντρώνει ένα πολυπληθές και πολύ ευρύτερο κοινό, που έλκεται από τα καλλιτεχνικά δρώμενα ή τη γενικότερη ατμόσφαιρα.

Από μια τέτοια σκοπιά, και με δεδομένη τη δυσκολία ή την ανεπάρκεια του ορθολογικού ιδιώματος να βρει διόδους επικοινωνίας σε ευρύτερα ακροατήρια, θα έλεγα ότι το λαϊφστάιλ είναι ο χώρος στον οποίο παίζεται σε πολύ σημαντικό βαθμό η κατάκτηση της ιδεολογικής και πολιτισμικής ηγεμονίας, ιδιαίτερα σ’ ό,τι αφορά τους νέους ανθρώπους. Συνεπώς, το τελευταίο πράγμα που θα πρέπει να κάνει η αριστερή σκέψη και πρακτική είναι να το υποτιμά και να το αγνοεί, τόσο ως πεδίο κριτικής ανάλυσης όσο και ως πεδίο κοινωνικής παρέμβασης.

Επιστρέφοντας στην AthensVoice, οι μόνες συμπαθητικές, για μένα τουλάχιστον, στήλες της βρίσκονται στις τελευταίες σελίδες: στο «Σε Είδα», που –καλώς ή κακώς– αναστέλλει τη μη ευόδωση διαφόρων ερωτικών γνωριμιών, καθώς και στο «Μίλα μου βρώμικα» της Μυρτώς Κοντοβά, η οποία καθησυχάζει, με τον αιχμηρό τρόπο της, τις κάθε λογής ψυχοσεξουαλικές ανασφάλειες που αναφύονται στην περιοχή της πρωτεύουσας. Το γεγονός ότι αυτές τις δύο στήλες διαβάζουν πρώτα οι φοιτητές μόλις πάρουν στα χέρια τους την AV ίσως αποτελεί, τελικά, σημείο ελπίδας.

*Ο Τάκης Γέρος διδάσκει κοινωνική ανθρωπολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

[1] Νικόλας Σεβαστάκης, Κοινότοπη χώρα. Όψεις του δημόσιου χώρου και αντινομίες αξιών στη σημερινή Ελλάδα, Σαββάλας,Αθήνα 2004 (βλ. κεφ. 3).
[2]  Γιάννης Σταυρακάκης. Η λακανική Αριστερά. Ψυχανάλυση, θεωρία, πολιτική,Σαββάλας, Αθήνα 2012. (βλ. κεφ. 7).
[3] Lisabeth Cohen. A Consumer’s Republic. The Politics of Mass Consumption in Postwar America, Vintage, ΝέαΥόρκη 2004.
[4] Ανδρέας Καρίτζης, «Μερικές σκέψεις για τη φασιστική ακροδεξιά εν καιρώ κρίσης»,Ενθέματα της Αυγής, 9.9.2012 (goo.gl/umfDxz).